Ομιλία Γ. Λιλλήκα στη Βουλή: «Οι εξελίξεις στο Κυπριακό ενόψει της άτυπης Διάσκεψης για την Κύπρο»

H ομιλία του Προέδρου της Συμμαχίας Πολιτών, Γιώργου Λιλλήκα, ενόψει της άτυπης πενταμερούς Διάσκεψης για την Κύπρο, η οποία θα διεξαχθεί στα τέλη Απριλίου, στη Γενεύη. Ακολουθεί αυτούσια:

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η πανεπιστημιακή μου παιδεία και εκπαίδευση με έμαθε να σέβομαι τον τίτλο του θέματος και να παραμένω στο αντικείμενο που ορίζει. Όμως σήμερα, είναι από τις πολύ λίγες φορές που θα παραβώ αυτόν τον κανόνα. Όπως έχει διατυπωθεί ο τίτλος, κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν μας επιτρέπει να κάνουμε μια ουσιαστική αξιολόγηση της πορείας του Κυπριακού, της παρούσας φάσης και των εξελίξεων που προδιαγράφονται. Αυτό δεν είναι, σε καμία περίπτωση μομφή, κατά των συναδέλφων που ενέγραψαν το θέμα. Είναι αιτιολόγηση της προσέγγισης και της ανάλυση που επέλεξα να κάνω. Αν θα παρέμενα στο αντικείμενο του τίτλου, νομίζω θα έκανα την συντομότερη ομιλία που έκανα ποτέ για το Κυπριακό πρόβλημα.


Κι αυτό γιατί οι εξελίξεις στο Κυπριακό ενόψει της Άτυπης Πενταμερούς Διάσκεψης συνοψίζονται στα ακόλουθα: διαδοχικές επισκέψεις της απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα κας Λούτ, επανεμφάνιση της Βρετανίας που διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο επιδιώκοντας να αποκλείσει την Ευρωπαϊκή Ένωση από τις διαδικασίες της Πενταμερούς και προσκομίζοντας συνάμα νέες ιδέες διανθισμένες με εποικοδομητική ασάφεια, επαναφορά της απαίτησης της Τουρκίας για λύση δύο Κρατών ή Συνομοσπονδίας σ’ ένα περιβάλλον έντονης τουρκικής επιθετικότητας, συνέχιση της υποκριτικής στάσης της Ε.Ε., που κάθε άλλο παρά Ένωση που συμπαραστέκεται αλληλέγγυα στα κράτη-μέλη της είναι, ΗΠΑ και Ρωσία σε στάση αμφιταλάντευσης έναντι της Τουρκίας, αδιευκρίνιστη προσέγγιση ενός Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ που καμώνεται πως δεν γνωρίζει ποιες είναι οι θέσεις των εμπλεκόμενων μερών και στο εσωτερικό πολλές κομματικές αντιπαραθέσεις με αλληλοεπίρριψη ευθυνών με πολλές μυθοπλασίες, αυταπάτες και ευσεβοποθισμούς.


Αυτές είναι οι εξελίξεις ενόψει της Άτυπης Πενταμερούς.


Επειδή αυτή είναι, προφανώς, η τελευταία μου ομιλία από το βήμα αυτό, για το Κυπριακό, επέλεξα να προβώ, με ρεαλιστική προσέγγιση σ’ ένα συνοπτικό απολογισμό της πορείας του Κυπριακού και μια αξιολόγηση των προοπτικών επίλυσης, ή κλεισίματος, του Κυπριακού ενόψει της Πενταμερούς αλλά και πέραν αυτής, γιατί σ’ αυτή την Άτυπη Διάσκεψη εκτιμώ ότι θα μπουν τα θεμέλια ενός τραγικού προδιαγεγραμμένου τέλους. Αυτό δείχνουν οι σκληρές πραγματικότητες και οι πικρές αλήθειες που έχουμε μπροστά μας. Εδώ μας οδήγησαν οι ωραίοι μύθοι και οι ελκυστικές αυταπάτες που καλλιεργήσαμε κι ακολουθήσαμε.

Διαχρονικά, από την δεκαετία του ’50, η Τουρκία διατήρησε μια σταθερή πολιτική στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής και μας ευέλικτης τακτικής, σε αντίθεση μ’ εμάς, που, χωρίς, στρατηγική αμφιταλαντευόμαστε και παλινδρομούμε αυτοσχεδιάζοντας. Αν σ’ αυτό το θλιβερό σκηνικό προσθέσουμε το τεράστιο ανισοζύγιο δυνάμεων και την κυνική στάση της διεθνούς κοινότητας, τότε θα διαπιστώσουμε ότι, στην πραγματικότητα ακολουθήσαμε ένα δρόμο που χάραξε η Τουρκία. Πολύ φοβάμαι, ότι τώρα είμαστε λίγο πριν την Τρίτη και τελική πράξη της Τριλογίας, «Πενταμερής Διάσκεψη, Αδιέξοδο, Προσάρτηση» που έγραψε ο Ερτογάν το 2016 με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2023.


Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,


Το Κυπριακό, με την σημερινή του μορφή, είναι ένα διεθνές πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Εισβολής από μέρους της Τουρκίας, η οποία ποτέ δεν είχε αποδεχθεί ότι η αποχώρηση της Βρετανίας από την Κύπρο θα οδηγούσε σ’ ένα ανεξάρτητο κράτος κι όχι στην επαναφορά του νησιού υπό την δική της κατοχή και έλεγχο. Αυτός είναι ο λόγος που η Τουρκία από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν έπαψε να την υποσκάπτει με στόχο την κατάλυση της, τον έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου ή την επιβολή της διχοτόμησης. Η Τουρκία ακολούθησε πιστά την στρατηγική που σκιαγράφησε ο Νιχάτ Ερήμ στα μέσα της δεκαετίας του ’50, αλλά δεν δίστασε να αναθεωρήσει τους στόχους της, αξιολογώντας τα δεδομένα της κάθε εποχής κι αξιοποιώντας ευκαιρίες, όπως το προδοτικό πραξικόπημα, αλλά και τον χρόνο τον οποίο χρησιμοποίησε ως εργαλείο, αφού ως η ισχυρότερη και ως η κατοχική δύναμη είχε κι έχει την πολυτέλεια να περιμένει, αλλά με ενεργή δράση. Σε όλη αυτή την πορεία η Τουρκία απολάμβανε την στήριξη του δυτικού παράγοντα (κυρίως των ΗΠΑ και Βρετανίας) και την ανοχή της ευρύτερης διεθνούς κοινότητας.


Αυτή η πραγματικότητα, προσέδωσε και συνεχίζει, προς το παρών, να προσδίδει σημαντικό πλεονέκτημα στην Τουρκία, ενώ δυσκολεύει τον δικό μας αγώνα για απελευθέρωση θέτοντας μας σε τρομερά μειονεκτική θέση. Η Τουρκία αξιοποίησε τον χρόνο για να δημιουργήσει νέα δεδομένα επί του εδάφους, τα οποία προβάλλει ως συνιστώσες της λύσης. Το ψευδοκράτος, ο εποικισμός και πρόσφατα οι συστηματικές παραβιάσεις της Κυπριακής ΑΟΖ, είναι πραγματικότητες τις οποίες επιδιώκει να νομιμοποιήσει μέσα από τη λύση του Κυπριακού.

Δυστυχώς, αν ανατρέξει κάποιος στην ιστορία του Κυπριακού από το 1955 έως σήμερα, θα διαπιστώσει ότι χρόνο με τον χρόνο, επιδιώκοντας λύση το ταχύτερο δυνατό, διολισθαίνουμε προς τις τουρκικές θέσεις και απαιτήσεις, τρέφοντας τη ψευδαίσθηση ότι έτσι θα εξημερώσουμε το θηριό. Ακόμη και σήμερα, ως ανεπίδεκτοι ιστορικής μαθήσεως, δεν έχουμε ακόμη αντιληφθεί ότι όσο περισσότερες τουρκικές απαιτήσεις ικανοποιούμε, τόσο πιο απαιτητική καθίσταται η Τουρκία.


Με την πάροδο του χρόνου τη σημαία της απελευθέρωσης υποκατέστησε η σημαία της επανένωσης κι αντί ο αγώνας να στοχεύει στη ανατροπή των δεδομένων που έχει δημιουργήσει η εισβολή και η κατοχή, αποδεχόμενοι την ΔΔΟ διαπραγματευόμαστε τη νομιμοποίηση τους, αφού το ψευδοκράτος θα νομιμοποιηθεί ως το Τουρκοκυπριακό Συνιστών Κράτος, η Κυπριακή Δημοκρατία θα μετατραπεί σε Ελληνοκυπριακό Συνιστών Κράτος για να δημιουργηθεί ένα νέο κρατικό μόρφωμα, οι έποικοι θα παραμείνουν νόμιμα και η διαίρεση των δύο κοινοτήτων θα συνεχίσει να υφίσταται με την διαφορά ότι από παράνομη θα καταστεί νόμιμη.


Το Σχέδιο Ανάν, το οποίο απορρίφθηκε από την συντριπτική πλειοψηφία του Κυπριακού Ελληνισμού, ενσωμάτωνε όλες αυτές τις ιστορικές και πολιτικές παραδοξότητες, με τρόπο που οδηγούσε σ’ ένα Κράτος, οι δυσλειτουργίες του οποίου θα το καθιστούσαν παράλυτο και προτεκτοράτο της Τουρκίας.


Παρά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν από τον λαό, εντούτοις όλες οι συνομιλίες που ακολούθησαν διεξάγονται στο πλαίσιο και στη φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν, επιβεβαιώνοντας αυτό που το 2004 μας είπαν οι Βρετανοί, ότι δηλαδή θα το φέρνουν ξανά και ξανά μέχρι να το αποδεχτούμε. Τόσες πολλές και οδυνηρές είναι οι υποχωρήσεις που διαχρονικά έχουμε κάνει, που τα υπό συζήτηση σχέδια κατέστησαν καταστροφικά, με αποτέλεσμα κανένας Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας να μην έχει τολμήσει να αποδεχθεί και να υπογράψει. Όπως πολλές φορές επανέλαβα, κανένας Πρόεδρος δεν ευθύνεται για τη μη λύση του Κυπριακού. Την απόλυτη ευθύνη για τη διαιώνιση του προβλήματος φέρει αποκλειστικά η Τουρκία η οποία μέσα από τη λύση επιδιώκει να πάρει τον έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου. Το Κυπριακό δεν είναι μια ιστορία χαμένων ευκαιριών αλλά μια ιστορία μονομερών, δικών μας, υποχωρήσεων κι από πρόβλημα εισβολής και κατοχής, μετατράπηκε αρχικά σε δικοινοτική διαφορά και πρόσφατα σε ζήτημα κατανομής των εσόδων από το Φυσικό Αέριο. Η Τουρκία από εισβολέας έχει μετατραπεί σε ένα ουδέτερο μέρος που ακόμα κι εμείς οι ίδιοι, που επικρίνουμε τη διεθνή κοινότητα για την ανοχή που επιδεικνύει, καλούμε να «συμβάλει θετικά στην εξεύρεση λύσης». Ας είμαστε ειλικρινείς: η διεθνής κοινότητα είναι υποκριτής αλλά κι εμείς έχουμε χάσει τον πούσουλα μας, γιατί δεν υπάρχει άλλος λαός στον κόσμο που διαπραγματεύεται την κατάλυση του κράτους του. Οι λαοί αγωνίζονται για να αποκτήσουν κράτος. Εμείς έχουμε κράτος και διαπραγματευόμαστε την κατάλυση του.


Η Τουρκία υπό την ηγεσία του Ερτογάν, έχει μπει σε μιαν άλλη πορεία. Η σημερινή Τουρκία έχει αναθεωρητικούς στόχους που μας επηρεάζουν άμεσα, που συνιστούν απειλή για την Κύπρο και την επιβίωση μας. Η Τουρκία έπαψε να ακολουθεί τυφλά την εξωτερική πολιτική που υπαγόρευαν οι ΗΠΑ. Αυτονομήθηκε σε σημαντικό βαθμό και συμπεριφέρεται ως μια περιφερειακή υπερδύναμη η οποία «νομιμοποιείται» να καθορίζει τους κανόνες και τα δεδομένα στην περιοχή μας την οποία ως θεωρεί ζωτικό χώρο για τα συμφέροντα της. Κι αυτό τον στόχο τον επιδιώκει με συγκεκριμένη στρατηγική που έχει ως κύριο άξονα την στρατιωτική ισχύ. Ενίσχυσε σημαντικά τη δική της στρατιωτική βιομηχανία για να μειώσει την εξάρτηση από το ΝΑΤΟ. Ενισχύει σημαντικά τη ναυτική της δύναμη γιατί η ιστορία διδάσκει πως χωρίς ισχυρό ναυτικό δεν μπορεί να επιβληθεί στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν διστάζει να συνεργαστεί με ισλαμικές τρομοκρατικές οργανώσεις, να εισβάλει σε γειτονικές της χώρες παραγνωρίζοντας τη βούληση των ΗΠΑ, της Ρωσίας και της Ε.Ε. Βέβαια η ιστορία διδάσκει ότι η καθιέρωση μιας στρατιωτικής υπερδύναμης προϋποθέτει και ισχυρή οικονομική υπεροχή, κάτι που η Τουρκία στερείται. Αναπάντητο παραμένει, ακόμα, το ερώτημα κατά πόσο σ’ αυτή την πορεία που επέλεξε ο Ερτογάν, θα συνεχίσει να έχει την στήριξη και την ανοχή του δυτικού και κυρίως του Αμερικάνικου παράγοντα.


Παρόλα αυτά, κάποιοι στην Κύπρο, συνεχίζουν να επενδύουν στην καλή θέληση του Ερτογάν, να επιμένουν ότι με τα σωστά επιχειρήματα μπορούμε να τον πείσουμε ότι η λύση εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Τουρκίας, ότι ακόμα είναι δυνατό, ενώ εισβάλλει στη Συρία, στη Λιβύη, στο Αιγαίο, ενώ διεξάγει γενοκτονία εναντίων των Κούρδων, στις συνομιλίες για το Κυπριακό θα εμφανιστεί διαλλακτικός και συναινετικός.


Είναι με τέτοιες αυταπάτες και ψευδαισθήσεις, αρνούμενοι να δούμε τις πραγματικότητες και να αξιολογήσουμε ρεαλιστικά τους πραγματικούς τουρκικούς στόχους, που έχουμε φτάσει στη σημερινή τραγική κατάσταση. Με τις αυταπάτες μας διαπράξαμε λάθη που διευκόλυναν τους τουρκικούς σχεδιασμούς. Η άρνηση μας να δούμε την πραγματικότητα μας οδηγεί στον εναγκαλισμό της κάθε παγίδας που η Τουρκία σχεδιάζει.


Είναι τραγικό το ότι κάθε φορά που η Τουρκία αναλαμβάνει μια πρωτοβουλία εμείς αντί να επιδιώξουμε να δούμε τι επιδιώκει μέσα από αυτή την πρωτοβουλία, τρέχουμε να την αγκαλιάσουμε, βλέποντας σ ’αυτή μίαν ευκαιρία. Είναι ωσάν να πιστώνουμε την Τουρκία με καλή θέληση και βούληση να σεβαστεί το διεθνές δίκαιο και δεν θέλουμε να αφήσουμε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Έτσι φτάσαμε στην Άτυπη Πενταμερή Διάσκεψη.


Όταν το 2016 ο Ερτογάν πίεζε τον Γ.Γ. του ΟΗΕ να συγκαλέσει εδώ και τώρα, πριν το τέλος του ’16, Πενταμερή Διάσκεψη για το Κυπριακό, αντί να διερωτηθούμε σε τις αποσκοπούσε τρέξαμε να συμμετάσχουμε. Όταν εμείς προειδοποιούσαμε ότι η πίεση του Ερτογάν δεν οφειλόταν στην μεγάλη του έγνοια και στεναχώρια γιατί Κυπριακό παραμένει άλυτο, αλλά ήθελε να κορυφώσει τη διαδικασία έχοντας σχέδια για το προβλεπτό αδιέξοδο, κάποιοι μας έλεγαν λυσοφοβικούς. Όταν ζητούσαμε να γίνει πρώτα προετοιμασία και η Διάσκεψη να συγκληθεί μόνο αν υπάρχει τέτοια πρόοδος που να δημιουργούνται υπαρκτές προοπτικές λύσης, κάποιοι κώφευαν. Πήγαμε στη Γενεύη τον Γενάρη του 2017 και βρεθήκαμε μπροστά στο δίλημμα τουρκική λύση ή αδιέξοδο. Κι είχαμε αδιέξοδο.


Δυστυχώς, λίγους μήνες μετά επαναλάβαμε, όπως κάνουμε χρόνια τώρα λες και είναι στο πολιτικό DNAμας, το ίδιο λάθος να αποδεχθούμε μια δεύτερη Διάσκεψη στο Κρανς Μοντανά. Προειδοποιούσαμε ότι ακολουθώντας το ίδιο μονοπάτι θα καταλήξουμε στο ίδιο δίλημμα κι ότι ένα νέο αδιέξοδο θα έδινε την ευκαιρία στον Ερτογάν να αλλάξει το πλαίσιο λύσης. Δυστυχώς, δεν εισακουστήκαμε, με αποτέλεσμα, την επομένη του ναυαγίου, η Τουρκία να αναπτύσσει το αφήγημα ότι με αυτή τη διαδικασία κι αυτό το πλαίσιο δεν μπορεί να υπάρξει λύση.

Πως βρεθήκαμε τώρα μπροστά στην Άτυπη Πενταμερή Διάσκεψη και τι μπορεί να προκύψει από αυτή;


Έχει σημασία να θυμηθούμε πως προέκυψε αυτή η Διάσκεψη. Όπως και το 2016 έτσι και τώρα ήταν απαίτηση του Ερτογάν, ο οποίος ζήτησε την Άτυπη Πενταμερή για να συζητήσουμε νέα μοντέλα λύσης προβάλλοντας τα δύο κράτη, τη Συνομοσπονδία και την «Κυριαρχική ισότητα». Ο Γ.Γ. του ΟΗΕ υιοθέτησε την Τουρκική απαίτηση ενισχύοντας την, μάλιστα, με αναφορές στις εκθέσεις του και σε δηλώσεις του για «νέες ιδέες». Ισχυρίστηκε ο κ. Γκουντέρες ότι στόχος του είναι να διερευνήσει κατά πόσο υπάρχει κοινό έδαφος και κοινό όραμα ανάμεσα στα εμπλεκόμενα μέρη. Παρά τις δηλώσεις Ερτογάν και Τσαβούσογλου, παρά την επιστολή Τατάρ προς τον ίδιο στην οποία επίσημα επιμένει σε δύο κράτη ή Συνομοσπονδία, παρά τις επαφές της κυρίας Λουτ, ο ΓΓ επιμένει στη Διάσκεψη, καμωνόμενος ότι δεν γνωρίζει τις θέσεις των εμπλεκομένων μερών. Επιπρόσθετα, κάτω από την επιμονή της Τουρκίας, δεν έχει μέχρι στιγμής προσκαλέσει την Ε.Ε. να συμμετέχει, έστω, ως παρατηρητής. Την ίδια ώρα, λίγους μήνες πριν τη Διάσκεψη η Τουρκία παραβιάζει το καθεστώς της περίκλειστης πόλης των Βαρωσίων απειλώντας για εποικισμό, ενώ η Ε.Ε. συνεχίζει να σφυρίζει αδιάφορα και να καλοπιάνει την Τουρκία. Ενισχυτής των τουρκικών σχεδιασμών είναι για άλλη μια φορά η Βρετανία η οποία επιμένει σε αποκλεισμό της Ε.Ε. για να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο. Αξιοποιώντας το προδιαγεγραμμένο αδιέξοδο, το Λονδίνο ετοίμασε ιδέες για σύγκληση των θέσεων μας με αυτές της Άγκυρας. Ιδέες που διαπνέονται από «εποικοδομητική ασάφεια» και που δεν είναι τίποτα άλλο από την πλήρη ικανοποίηση των τουρκικών απαιτήσεων. Μας δίνουν εμάς τον τίτλο της ΔΔΟ και στην Τουρκία τα «κοινοτικά κράτη», δηλαδή τη συγκεκαλυμμένη Συνομοσπονδία.


Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, ως προς την τακτική που θα ακολουθήσει η Τουρκία, σε ένα σκηνικό και με εκβιαστικούς όρους που η ίδια σχεδίασε. Η Άγκυρα ως συνήθως θα απαιτήσει το ακραίο των δύο κρατών, για να μετακινηθεί στο απαράδεκτο της Συνομοσπονδίας. Κίνηση που θα της αναγνωριστεί ως υποχώρηση καλώντας ή πιέζοντας εμάς να δείξουμε ευελιξία. Το έχουμε ξαναδεί αυτό το έργο. Μπροστά στο διαφαινόμενο αδιέξοδο θα αναπτυχθεί η Βρετανική πρωτοβουλία την οποία, η Τουρκία θα αποδεχθεί αφού της διασφαλίζει τον στρατηγικό της στόχο. Η απόρριψη από πλευράς μας της Αγγλικής φόρμουλας, θα παρουσιαστεί ως απόρριψη της ΔΔΟ ενισχύοντας έτσι το αφήγημα της Τουρκίας για την αναγκαιότητα νέων μοντέλων λύσης.


Στρατηγικός στόχος της Τουρκίας ήταν και παραμένει ο πλήρης έλεγχος της Κύπρου μέσα από την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και μια δυσλειτουργική λύση. Αν αυτός ο στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί, η Τουρκία θα ικανοποιηθεί με λύση ή με αδιέξοδο που θα της επιτρέπει την προσάρτηση των κατεχόμενων εδαφών της Κύπρου. Αυτός είναι ο σχεδιασμός της Άγκυρας που έπρεπε από νωρίς να είχαμε διαβλέψει και αποτρέψει. Το να διαπιστώνουμε την τελευταία στιγμή τους κινδύνους και απλά να επιμένουμε ότι πρέπει πάση θυσία να αποτραπεί ένα νέο αδιέξοδο, δεν εξυπηρετεί τίποτε. Μάλλον δυσχεραίνει τη θέση μας. Γιατί το αδιέξοδο δεν εξαρτάται από εμάς. Δεν θα προκύψει από την έλλειψη βούλησης της πλευράς μας αλλά από τις ακραίες και αδιάλλακτες θέσεις της Τουρκίας. Το δίλημμα της Γενεύης και του Κρανς Μοντανά θα επαναληφθεί: Λύση τουρκικών προδιαγραφών ή αδιέξοδο. Κι αυτό το δίλημμα δεν απαντάται με προτάσεις για αποδοχή της πολιτικής ισότητας ούτε με διαδικασία κλειστού τέλους.


Την πολιτική ισότητα η Τουρκική πλευρά την έχει ήδη εξασφαλίσει και την έχει μεταφράσει, ήδη, σε αριθμητική ισότητα με τα μικρά και τα μεγάλα βέτο. Αυτό που τώρα ζητά είναι την «κυριαρχική ισότητα».


Διαδικασία κλειστού τέλους σημαίνει χρονοδιάγραμμα και χρονοδιάγραμμα προϋποθέτει ότι είτε θα δεχθούμε επιδιαιτησία, αν λήξει το χρονοδιάγραμμα χωρίς συμφωνία, είτε ότι κάθε μέρος δικαιούται να πάρει τον δικό του δρόμο. Μετά το Κρανς Μοντάνα είχα πει από αυτό το βήμα ότι το Κυπριακό δεν θα είναι πλέον όπως το γνωρίζαμε. Πολύ φοβάμαι ότι μετά την Γενεύη θα αρχίσουν να γράφονται οι τίτλοι τέλους.


Όσοι πίεζαν και πιέζουν για να γίνει αυτή η Άτυπη Πενταμερής και να συμμετάσχουμε για να αποφύγουμε τα χειρότερα, τη διχοτόμηση, σύντομα θα διαπιστώσουν ότι με τη συναίνεση μας να συγκληθεί η Διάσκεψη συμβάλαμε στο να επισπευσθεί αυτό που θέλαμε να αποφύγουμε.

Εμείς δεν συμφωνούμε με αυτούς που δηλώνουν ότι δεν υπάρχουν ψηλές προσδοκίες από τη Διάσκεψη. Η Τουρκία έχει ψηλές προσδοκίες. Η Διάσκεψη σχεδιάστηκε όχι να εξευρεθεί μια δίκαιη λύση αλλά για να πετύχει η Τουρκία τους στόχους της. Εμείς, μόνο να χάσουμε έχουμε και η Τουρκία μόνο να κερδίσει έχει απ’ αυτή τη Διάσκεψη.


Κι αν θέλουμε να επιτελέσουμε το χρέος μας απέναντι σ’ αυτό τον τόπο, στην πατρίδα μας και στον λαό μας, ας αφήσουμε τις αυταπάτες κι ας αρχίσουμε να σχεδιάζουμε το πως θα αποφύγουμε τα χειρότερα ανατρέποντας τους Τουρκικούς σχεδιασμούς.

Μπορεί να είμαστε μικρός, σε μέγεθος, λαός και να μην μπορούμε να κάνουμε αυτό που θέλουμε. Μπορούμε, όμως, να κάνουμε αυτό που οφείλουμε.

Συμμαχία Πολιτών

Λεωφ. Λεμεσού 67

Αγλαντζιά, Λευκωσία

Κύπρος

Τ. (357) 22 282 000

Φ. (357) 22 282 200

info@symmaxiapoliton.org

  • Συμμαχία Πολιτών
  • Συμμαχία Πολιτών
  • Συμμαχία Πολιτών

Copyright © 2020 - Συμμαχία Πολιτών. All rights reserved.  Πολιτική Απορρήτου και Όροι Χρήσης