Ομιλία Γ. Λιλλήκα στη Βουλή με θέμα το Κυπριακό



Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Ο λόγος που ομόφωνα αποφασίσαμε να συζητήσουμε το Κυπριακό είναι γιατί ανησυχούμε. Ανησυχούμε για τη διαιώνιση της κατοχής. Ανησυχούμε για τους σχεδιασμούς της Άγκυρας για αναβάθμιση του ψευδοκράτους σε πρώτη φάση και για προσάρτηση των κατεχομένων εδαφών μας μεταγενέστερα. Η μη λύση για μας δεν αποτελεί λύση. Η παράταση του στάτους κβο εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για το λαό μας.

Εύλογα, όμως, ανησυχούμε και για την ποιότητα, το περιεχόμενο της υπό διαπραγμάτευσης λύσης. Μιας λύσης της οποίας αποσπασματικά και ακροθιγώς γνωρίζουμε κάποιες πτυχές μόνο. Όχι γιατί δεν έχουμε το ενδιαφέρον να μάθουμε και να εμβαθύνουμε περισσότερο αλλά γιατί ο Πρόεδρος Αναστασιάδης αρνείται, να μας παραδώσει τα έγγραφα των συνομιλιών και κυρίως τα έγγραφα που αποτυπώνουν τις όποιες συγκλήσεις έχουν σημειωθεί στις συνομιλίες.

Με αυτά τα δεδομένα, μας είναι αδύνατο να ενημερώσουμε πλήρως τον Κυπριακό λαό ο οποίος, έχει απόλυτο δικαίωμα να γνωρίζει τι τεκταίνεται, με τόση μυστικοπάθεια, στις συνομιλίες και που αφορά στο μέλλον της πατρίδας μας, του κράτους μας και των παιδιών μας.

Όταν μιλούμε για το εθνικό μας πρόβλημα, δεν χωρούν ούτε ανταγωνισμοί, ούτε εγωισμοί, ούτε και ρεβανσισμοί. Το Κυπριακό και η διαχείριση του δεν είναι ούτε κομματική, ούτε προσωπική υπόθεση. Είναι εθνική υπόθεση και ως τέτοια απαιτεί συλλογική ευθύνη και συλλογική διαχείριση. Αυτά τα αυτονόητα αλλά σημαντικά υπηρετούσε για τόσα χρόνια, υπό διαφορετικούς Προέδρους, το Εθνικό Συμβούλιο. Δυστυχώς, ο κ. Αναστασιάδης με τους χειρισμούς του ακύρωσε, στην πράξη, το Εθνικό Συμβούλιο. Αποφάσισε να χειριστεί το Κυπριακό ωσάν να είναι προσωπική του υπόθεση, αποστερώντας μας έτσι τη δυνατότητα να τον βοηθήσουμε με τα σχόλια, τις αναλύσεις αλλά και τις εναλλακτικές μας Προτάσεις. Αυτή είναι και η κύρια αιτία της έντονης διάσπασης και αντιπαράθεσης που παρατηρείται στο εσωτερικό μας μέτωπο. Καλούμε, για μια ακόμα φορά από το βήμα της Βουλής, τον Πρόεδρο Αναστασιάδη να αναλογιστεί τις ιστορικές του ευθύνες και να συνειδητοποιήσει ότι, κανενός οι ώμοι δεν είναι τόσο στιβαροί για να σηκώσουν το βάρος της τύχης της πατρίδας μας.

Είναι γεγονός ότι υπάρχουν διαφορές απόψεων ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις, τόσο για το μοντέλο της λύσης όσο και για ζητήματα στρατηγικής. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό. Αντίθετα, οι διαφορετικές προσεγγίσεις μπορούν να μας οδηγήσουν σε σοφότερες θέσεις, αρκεί να υπάρχει η βούληση για ειλικρινή διάλογο και συναινετική διάθεση για ενότητα. Είναι γεγονός ότι εμείς ως Συμμαχία Πολιτών απορρίπτουμε τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, γιατί εκτιμούμε πως για να λειτουργήσει θα πρέπει είτε να ακυρώσει ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτό της ελεύθερης εγκατάστασης, είτε να ακρωτηριάσει τις δημοκρατικές ελευθερίες. Διαφωνούμε με τον κ. Αναστασιάδη και για τα ζητήματα στρατηγικής. Αυτό, όμως, δεν μας εμπόδισε να καταθέσουμε κατά καιρούς, σειρά εναλλακτικών προτάσεων. Δεν αμφισβητούμε τον πατριωτισμό κανενός. Ούτε και με την κριτική μας ανάλυση των γεγονότων, κάνουμε δίκη προθέσεων. Έχουμε ανησυχίες, έχουμε διαφορετική φιλοσοφία κι αυτά θα καταθέσουμε σήμερα.

Η όποια συμφωνία λύσης του Κυπριακού δεν είναι μια ακαδημαϊκή άσκηση όπου έχουμε την πολυτέλεια να καταλήγουμε σε ασαφή συμπεράσματα. Η όποια λύση θα δοκιμαστεί στην πράξη και τα οφέλη ή τις συνέπειες θα τις υποστεί ο Κυπριακός λαός. Οι ασάφειες μπορεί να φέρνουν γρήγορες συγκλίσεις και πρόοδο αλλά δεν λύνουν τα προβλήματα. Τα κρύβουν κάτω από το χαλί, για να τα αντιμετωπίσουμε αργότερα στην εφαρμογή, σε συνθήκες που ενδεχομένως να προκαλούν κρίση και νέες αντιπαραθέσεις.

Δεν μπορεί το ζήτημα της συνέχισης της Κυπριακής Δημοκρατίας να λυθεί με διατυπώσεις οι οποίες επιτρέπουν σε εμάς να λέμε ότι συνεχίζει η Κυπριακή Δημοκρατία αλλά την ίδια ώρα επιτρέπουν και στην τουρκική πλευρά να ισχυρίζεται ότι καταλύεται και μετατρέπεται σε Ελληνοκυπριακό Συνιστών Κράτος, όπως κατ’ επανάληψη δηλώνει ο κ. Ακιντζί. Και δυστυχώς αυτή δεν είναι η μοναδική περίπτωση που τα συμφωνηθέντα ερμηνεύονται διαφορετικά από αυτούς που τα συμφώνησαν. Πολύ, φοβάμαι, ότι με τα όσα έχουν συμφωνηθεί, δεν οδηγούμαστε σε συνέχιση και μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά σε ένα νέο διάδοχο κράτος. Εξέλιξη που θα έχει τραγικές συνέπειες για το λαό μας, γιατί δεν έχουμε πιο αποτελεσματική ασφάλεια από τη διεθνή υπόσταση του κράτους μας. Δεν είναι από πείσμα που η Τουρκία επιμένει στην κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας ενώ εμείς στη συνέχιση της. Στην περίπτωση δημιουργίας ενός διάδοχου κράτους, αν αυτό καταρρεύσει είτε λόγω δυσλειτουργίας, είτε λόγω στρατηγικής επιλογής της Άγκυρας, θα βρεθούμε στην ίδια μοίρα που βρίσκονται σήμερα οι Τουρκοκύπριοι. Θα αναζητούμε αναγνώριση και αν δεν την πετύχουμε θα παραμείνουμε εσαεί όμηροι της Τουρκίας. Αυτή μας την ανησυχία συμμερίζονται και μέλη της διαπραγματευτικής ομάδας. Για αυτό καλούμε τον Πρόεδρο Αναστασιάδη να επανεξετάσει αυτό το ζήτημα. Ως Συμμαχία Πολιτών, όπως πιστεύω και η τεράστια πλειοψηφία του λαού μας, απαιτούμε όπως στην όποια συμφωνία, διασφαλίζεται με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο η συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Πολύ σοφά και εύστοχα, ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, στο έγγραφο του για την πτυχή της ασφάλειας, μεταξύ άλλων σημείωνε πως «… εάν δεν υπάρξει αναίρεση των επιπτώσεων της τουρκικής παράνομης επέμβασης στην Κυπριακή Δημοκρατία, τότε δεν έχει νόημα η αναζήτηση ενός συμβιβασμού». Με άλλα λόγια η λύση για να έχει νόημα θα πρέπει να ανατρέπει τα δεδομένα της εισβολής και της κατοχής και όχι να εδράζεται σε αυτά και να τα νομιμοποιεί. Δυστυχώς, η υπό εκκόλαψη λύση, πολύ φοβάμαι, εδράζεται στα δεδομένα που δημιούργησε η εισβολή, όπως είναι το ψευδοκράτος, η διχοτόμηση και ο εποικισμός. Έχουμε δυστυχώς αποδεχθεί ότι θα αποτελούν συστατικά στοιχεία της λύσης.

Έχουμε αποδεχθεί το ψευδοκράτος ως το ένα εκ των δύο Συνιστώντων Κρατών, με αρμοδιότητες που πιο πολύ παραπέμπουν σε Συνομοσπονδία παρά σε Ομοσπονδία. Η μη υπεροχή των Ομοσπονδιακών Νόμων επί των Νόμων των Κρατιδίων είναι κύριο χαρακτηριστικό Συνομοσπονδίας. Η συμφωνία για μεταφορά των εξουσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Κεντρική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση αποτελεί απόδειξη πως δεν θα συνεχίσει να απολαμβάνει, το διεθνές καθεστώς που σήμερα διαθέτει, αλλά θα μετατραπεί σε Ελληνοκυπριακό Συνιστών Κράτος.

Η ίδια λογική αποδοχής των συνεπειών της εισβολής, επικράτησε και στο ζήτημα του εποικισμού. Με τη σύγκληση που επιτεύχθηκε ουσιαστικά νομιμοποιούνται όχι 90 χιλιάδες, όπως σε μια δήλωση του ποδαριού παραδέχθηκε ο κ. Αναστασιάδης, αλλά 100 με 130 χιλιάδες έποικοι. Είναι πρωτοφανές για σύγχρονο Κράτος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να αμφισβητεί την απογραφή πληθυσμού και την Στατιστική Υπηρεσία του Κράτους, που μετρά 667 χιλιάδες Ελληνοκύπριους και να επιμένει ότι αριθμούμε 802 χιλιάδες. Η επίκληση στοιχείων του Αρχείου Πληθυσμού, όπου καταγράφονται οι γεννήσεις των Ελληνοκυπρίων από το 1916, μόνο ως ανέκδοτο μπορεί να θεωρηθεί. Να θεωρήσουμε ότι ο κ. Αναστασιάδης πιστεύει πως οι Ελληνοκύπριοι δεν αποθνήσκουν; Το ζήτημα δεν έχει απλά να κάνει με το γεγονός πως έτσι αλλοιώνεται η πληθυσμιακή αναλογία και οι Τουρκοκύπριοι από το 18% θα εκτοξευθούν στο 27% περίπου. Έχει να κάνει με την ουσιαστική αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα της χώρας μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Σε αυτό εξάλλου αποσκοπούσε η Τουρκία με τον παράνομο εποικισμό. Μιλώντας για τους εποίκους θέλω να επισημάνω πω υπάρχει σοβαρός κίνδυνος νόμιμου εποικισμού και μετά τη λύση. Ενώ τα αεροδρόμια και τα λιμάνια θα είναι ιδιοκτησία της Κεντρικής Κυβέρνησης, η διαχείριση τους θα ανήκει στα Συνιστώντα Κράτη. Ποιος θα ελέγχει πόσοι Τούρκοι εκ Τουρκίας θα εισέρχονται στο Τουρκοκυπριακό Κρατίδιο και πόσοι από αυτούς θα εξέρχονται ή θα μένουν στην Κύπρο; Οφείλει να γνωρίζει ο κ. Αναστασιάδης ότι ευρωπαϊκές οδηγίες δίνουν δικαίωμα μόνιμης παραμονής σε όσους έχουν μακράς διαρκείας νόμιμης παρουσίας σε μια ευρωπαϊκή χώρα. Γι αυτό θα πρέπει σε κάθε αεροδρόμιο και λιμάνι να υπάρχουν λειτουργοί και από τις δύο κοινότητες. Αν δεν έχει οποιαδήποτε κακή πρόθεση η τουρκική πλευρά δεν θα έχει λόγο να απορρίψει μια τέτοια πρόταση.

Έρχομαι τώρα στο ζήτημα της διχοτόμησης. Για να ακυρωθεί η γεωγραφική διχοτόμηση θα πρέπει να αποκατασταθεί η κυριαρχία του Κράτους επί όλης της επικράτειας του νησιού. Θα πρέπει το Κράτος να είναι σε θέση να ασκεί τις εξουσίες του και έλεγχο σε όλα τα εδάφη της χώρας. Θα πρέπει η λύση να μην θέτει περιορισμούς ούτε διοικητικούς φραγμούς στην άσκηση των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, της ελεύθερης εγκατάστασης, της εργασίας, της ελεύθερης πρόσβασης στο δημόσιο, στην εκπαίδευση. Κι αυτά τα δικαιώματα δεν διασφαλίζονται με μια θεωρητική σύγκληση. Θα πρέπει η ρύθμιση έμπρακτα να επανενώνει το χώρο μέσα από την αποτελεσματική και χωρίς περιορισμούς εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με τον τρόπο που ο κ. Ακιντζί ερμηνεύει τις συγκλίσεις, τα Συνιστώντα Κράτη θα έχουν αρμοδιότητα ρύθμισης. Θα απαιτείται άδεια για να ανοίξει κάποιος ένα κατάστημα. Θα υπάρχουν περιορισμοί στην έκταση άσκησης του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Θα πρέπει να μιλά Τούρκικα όποιος θα ζει στο Τουρκοκυπριακό κρατίδιο για να έχει πρόσβαση στη δημόσια υπηρεσία, χωρίς βέβαια δικαίωμα πρόσληψης. Μπορεί να αναφέρονται ως προσωρινοί περιορισμοί για μια μεταβατική περίοδο, αλλά για να αρθούν αυτοί οι περιορισμοί στο τέλος αυτής της περιόδου, θα πρέπει να συμφωνήσουν και τα δύο Συνιστώντα Κράτη, πράγμα που εγκυμονεί το κίνδυνο το προσωρινό να καταστεί μόνιμο.

Όλες αυτές οι παρεκκλίσεις από τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως και ο ακρωτηριασμός των πολιτικών ελευθεριών οδηγούν στην πράξη, σ’ αυτό που πάντα διεκδικούσε η Τουρκική πλευρά: τα κρατίδια να διαθέτουν πλειοψηφία περιουσιών και πληθυσμού με εθνικά κριτήρια. Τέτοιου είδους ρυθμίσεις διαιωνίζουν τη δημογραφική διχοτόμηση.

Για να αρθεί η διχοτόμηση θα πρέπει η λύση να επιτρέπει στους ανθρώπους των δύο κοινοτήτων να ζουν και να εργάζονται μαζί, σε μικτά χωριά και πόλεις, ως πολίτες του ίδιου κράτους και όχι χωριστά ως καλοί γείτονες. Για να επιτύχουμε αυτό το στόχο θα πρέπει η λύση να δημιουργεί τις αναγκαίες προϋποθέσεις και υποδομές. Θα πρέπει να νοιώθουν ασφάλεια αυτοί που θα επιλέξουν να ζήσουν στο Κρατίδιο που θα διοικεί η άλλη κοινότητα. Είναι γι αυτό που εμείς εισηγηθήκαμε όπως στο αστυνομικό σώμα του κάθε κρατιδίου υπάρχει και ένας, μικρός έστω, αριθμός αστυνομικών από την άλλη κοινότητα. Δυστυχώς, όμως, ως συνήθως αγνοηθήκαμε. Για να επιστρέψουν οι πρόσφυγες στα χωριά τους δεν αρκεί να πάρουν πίσω το σπίτι τους. Πρέπει να ανακτήσουν την περιουσία τους, να έχουν πραγματικές ευκαιρίες και προοπτικές απασχόλησης, για να έχουν το αναγκαίο εισόδημα. Μιλώντας για τις περιουσίες θέλω να επισημάνω πως με τα κριτήρια και τη διαδικασία που συμφωνήθηκε, το περιουσιακό θα λυθεί παραμένοντας άλυτο. Θα μετατραπεί σε προσωπικό πρόβλημα του κάθε πρόσφυγα, μέσα από χρονοβόρες διαδικασίες, να διεκδικήσει αυτό που δικαιωματικά του ανήκει. Την ημέρα της λύση ο πρόσφυγας δεν θα γνωρίζει αν θα πάρει πίσω το σπίτι και την περιουσία του, αν θα αποζημιωθεί, πόσα και από ποιόν, αν θα του δοθεί ως αντάλλαγμα τι, που και πότε. Το μόνο που θα ξέρει είναι ότι θα προσφύγει σε μια Επιτροπή Περιουσιών η οποία θα αποφασίσει βάση κριτηρίων. Όποιος δεν ικανοποιηθεί θα μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο Περιουσιών και μετά στο ΕΔΑΔ. Το δικαίωμα προσφυγής θα το έχει τόσο ο νόμιμος ιδιοκτήτης όσο και ο παράνομος χρήστης.

Η ίδια λογική ισχύει και όσον αφορά τα πολιτικά δικαιώματα και τις δημοκρατίες ελευθερίες που θα απολαμβάνουν οι άνθρωποι της μιας κοινότητας που θα εγκατασταθούν στο Κρατίδιο της άλλης κοινότητας. Με τα όσα συμφωνήθηκαν, αυτοί οι Κύπριοι θα έχουν όσα δικαιώματα θα είχαν, αν αποφάσιζαν να εγκατασταθούν στη Γαλλία ή στη Γερμανία. Όσοι Κύπριοι πολίτες εγκατασταθούν στο Κρατίδιο που θα διοικεί η άλλη κοινότητα θα είναι ωσάν να έχουν εγκατασταθεί σε ένα άλλο Κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι στο δικό τους κράτος. Καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν καθορίζει τις πολιτικές δημοκρατικές ελευθερίες με βάση την εθνική καταγωγή αλλά με βάση την ιδιότητα του πολίτη. Μόνο το απαρτχάιντ τις καθόριζε με βάση το χρώμα.

Ένας κλασσικός τρόπος επανένωσης των δύο κοινοτήτων ως ένας λαός σε ένα κοινό κράτος, είναι η δημιουργία κοινών οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων. Στην περίπτωση της Κύπρου, θετική εξέλιξη θα ήταν και η δημιουργία κοινών προβλημάτων που θα απαιτούσαν κοινή προσπάθεια επίλυσης τους ή προάσπισης τους όσον αφορά τα κοινά συμφέροντα. Αυτό διασφαλίζεται με τη δημιουργία μιας κοινής ενιαίας οικονομίας, η οποία σταδιακά θα μετατόπιζε τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις αλλά και τις συνεργασίες από την εθνική βάση σε μια κοινωνική, ταξική, ακόμα και ιδεολογική βάση. Οι αντιπαραθέσεις και οι συνεργασίες με εθνικό χαρακτήρα δημιουργούν συγκρουσιακές και φυγόκεντρες τάσεις σε αντίθεση με τις κοινωνικές, ιδεολογικές ή ταξικές συνεργασίες και αντιπαραθέσεις που λειτουργούν συνενωτικά.

Τα όσα συμφωνήθηκαν στο τραπέζι των συνομιλιών οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα από την συνένωση του λαού. Οδηγούμαστε σε δύο χωριστές οικονομίες που θα ανταγωνίζονται η μια την άλλη.

Από την ώρα που ο κ. Αναστασιάδης αποδέχθηκε τα κρατίδια να συνάπτουν χωριστές συμφωνίες με άλλα κράτη για θέματα εμπορίου, τουρισμού, επενδύσεων ακόμα και χρηματοδότησης, τέθηκαν οι βάσεις για χωριστά οικονομικά συμφέροντα. Αυτό επιτείνεται ακόμη περισσότερο από τη συμφωνία για χωριστή φορολογία επί των εταιρειών και επί φυσικών προσώπων.

Ούτε κοινό ΓΕΣΥ, ούτε κοινό σύστημα Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν θα έχουμε, που θα δημιουργούσαν δεσμούς αλληλοεξάρτησης και αλληλοεξυπηρέτησης. Η απάντηση που ακούσαμε σ’ αυτούς τους προβληματισμούς και ανησυχίες μας είναι ότι έτσι δεν θα επωμιστούν οι Ελληνοκύπριοι επιπλέον κόστος. Επιτρέψετε μου να πω ότι το επιχείρημα αυτό αποτελεί προπέτασμα καπνού, γιατί για άλλες πτυχές, όπως το περιουσιακό και η εξόφληση του δημόσιου χρέους, όπου μιλούμε για μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ και όχι μερικά εκατομμύρια, ο κ. Αναστασιάδης δεν έδειξε να ενοχλείται για το κόστος που θα επωμιστούν οι Ελληνοκύπριοι.

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Αναφέρθηκα προηγούμενα, πολύ ακροθιγώς, στο ζήτημα της ασφάλειας. Θέλω από το βήμα της Βουλής να χαιρετίσω την θέση της Ελληνικής Κυβέρνησης όπως και την πρόταση του κ. Κοτζιά την οποία υιοθετούμε πλήρως. Ορθή είναι και η προχθεσινή δήλωση του κ. Τσίπρα πως η Ελλάδα θα συμμετάσχει σε διεθνή διάσκεψη μόνο αν αυτή θα ακυρώσει τις αναχρονιστικές εγγυήσεις. Ως Συμμαχία Πολιτών δεν αποδεχόμαστε καμία μορφή εγγυήσεων με συμμετοχή της Τουρκίας. Ούτε εγγυήσεις επί του Τουρκοκυπριακού Κρατιδίου, ούτε εγγυήσεις για μια μεταβατική τάχατες περίοδο και οι οποίες θα επανεξεταστούν στο τέλος αυτής της περιόδου, γιατί είμαστε σίγουροι πως η κατάργηση τους θα προϋποθέτει τη σύμφωνο γνώμη των Τουρκοκυπρίων και κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί.

Αναφορικά με τη μορφή της διάσκεψης θέλω να επαναλάβω τη θέση της Συμμαχίας Πολιτών. Διαφωνούμε τόσο με την πενταμερή όσο και με την πολυμερή διάσκεψη τύπου Μπούρκεστονγκ. Θα πρέπει να συγκληθεί Διεθνής Διάσκεψη με συμμετοχή και των πέντε Μονίμων Μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, τις εγγυήτριες δυνάμεις, τις δύο κοινότητες και οπωσδήποτε της Κυπριακής Δημοκρατίας που θα είναι και το συμβαλλόμενο μέρος. Αναφορικά με το χρόνο σύγκλισης της διάσκεψης, κρίνουμε ως ορθή τη θέση του κ. Αναστασιάδη πώς θα πρέπει πρώτα να έχουν συμφωνηθεί, να έχουν κλείσει όλα τα άλλα κεφάλαια. Διαφορετικά, όλοι το αντιλαμβανόμαστε, θα γίνει διασύνδεση όλων των ζητημάτων στη λογική του πάρε δώσε, όταν δεν έχει μείνει τίποτε άλλο να δώσουμε στις υπόλοιπες πτυχές.

Θεωρούμε, όμως, λάθος και επικίνδυνη την μετακίνηση του κ. Αναστασιάδη, από την αρχική του, πολύ ορθή, πρόταση για τη σύσταση διεθνούς δύναμης χωροφυλακής και μηχανισμών διαβούλευσης, στην παραμονή αριθμού τουρκικών στρατευμάτων, για μια μεταβατική περίοδο μετά τη λύση. Μια τέτοια εξέλιξη θα έθετε υπό καθεστώς επιτήρησης, αν όχι ομηρίας την Κεντρική Κυβέρνηση, ενώ θα επέτεινε ακόμη περισσότερο το αίσθημα ανασφάλειας των Ελληνοκυπρίων. Όσοι επικαλούνται τον ρεαλισμό, ας αναλογιστούν το τι θα γίνει, αν με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου η Τουρκία αρνηθεί να αποσύρει τα στρατεύματα της. Δεν υπάρχει αποτελεσματικός τρόπος που να μας διασφαλίζει ότι θα εξαναγκαστεί, με κάποιο τρόπο, η Τουρκία να συμμορφωθεί με τη δέσμευση της. Είναι γελοίο να πιστεύει κανείς ότι οι ΗΠΑ θα επιτρέψουν τη λήψη στρατιωτικών μέτρων ή άλλων αποτελεσματικών κυρώσεων κατά ενός Νατοϊκού συμμάχου της. Ούτε καν προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας δεν θα μπορούμε να κάνουμε γιατί κάτι τέτοιο θα προϋποθέτει τη σύμφωνο γνώμη του Τουρκοκύπριου Αντιπροέδρου.

Με την εφαρμογή της λύσης δεν θα πρέπει να υπάρχει ούτε ένας Τούρκος στρατιώτης στο νησί. Αν υπάρχουν πρακτικά ζητήματα, υπάρχει ο τρόπος αυτά να ξεπεραστούν. Γι αυτό εμείς εισηγηθήκαμε στο Εθνικό Συμβούλιο όπως η λύση προβλέπει ημερομηνία έναρξης ισχύος. Να συζητήσουμε, να δούμε τα πρακτικά ζητήματα και όσος χρόνος κριθεί αναγκαίος, ένας μήνας, τρεις μήνες, για την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, τόσος να είναι και ο χρόνος έναρξης ισχύος της συμφωνίας.

Αυτή η πρόταση επιλύει και άλλα σοβαρά ζητήματα, όπως είναι για παράδειγμα η δημιουργία του Ελληνοκυπριακού Συνιστώντος Κράτους. Οι Τουρκοκύπριοι διαθέτουν το ψευδοκράτους και τις υποδομές του που θα νομιμοποιηθούν την ημέρα της λύσης. Εμείς θα προλάβουμε μέσα σε ένα βράδυ να φτιάξουμε Συνιστών Κράτος; Ή μήπως θα θεωρηθεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι, όπως λέει ο κ. Ακιντζί, το δικό μας Συνιστών Κράτος; Τότες για ποια συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας μιλούμε; Στη σύγκλιση για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους, δυστυχώς, η Κυπριακή Δημοκρατία θεωρήθηκε ως το Ελληνοκυπριακό Συνιστών Κράτος, γι αυτό και το χρέος της θα πρέπει να το αποπληρώσουν οι Ελληνοκύπριοι.

Κύριε Πρόεδρε, Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Χρόνο με το χρόνο, εμείς οι ίδιοι αλλοιώνουμε το στόχο μας. Τα τελευταία χρόνια πάψαμε να μιλάμε για απελευθέρωση. Πάψαμε να αντιμετωπίζουμε το Κυπριακό ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Μιλούμε απλά για επανένωση. Πάψαμε να μιλάμε για δίκαιη λύση και αναφερόμαστε σε λειτουργική και βιώσιμη.

Για να είναι βιώσιμη, όμως, μια λύση θα πρέπει να είναι δίκαιη. Μια άδικη λύση είναι εκ φύσεως θνησιγενής γιατί τα προβλήματα και οι συνέπειες που θα προκύψουν από την αδικία θα οδηγήσουν σε αμφισβήτηση της συμφωνίας από αυτούς που αδικούνται. Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο διασφαλίζει το Κράτος Δικαίου και τις αρχές της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης. Αρχές που καθιστούν ένα κράτος λειτουργικό γιατί διαμορφώνουν αποτελεσματικές διαδικασίες λήψης των αποφάσεων. Τα 6 βέτο που αναγνωρίστηκαν στον Τουρκοκύπριο Αντιπρόεδρο, οι ειδικές πλειοψηφίες που απαιτούνται στο Νομοθετικό Σώμα, η αναγκαιότητα έστω μιας Τουρκοκυπριακής ψήφου στο Υπουργικό Συμβούλιο, η ίση αριθμητική εκπροσώπηση σε διοικητικά συμβούλια ή ανεξάρτητες αρχές του Κράτους και άλλα πολλά, αναιρούν τις αρχές της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης. Αναιρούν το ίδιο το Κράτος Δικαίου και αναπόφευκτα οδηγούν σε αδιέξοδα και παραλυσία του Κράτους. Έχουν επίγνωση αυτής της πραγματικότητας ο κ. Αναστασιάδης και ο κ. Ακιντζί, γι’ αυτό και αναζητούν τρόπους επίλυσης των αδιεξόδων. Κι αντί να αναιρέσουν τις αιτίες των αδιεξόδων, που είναι η μετατροπή της πολιτικής ισότητας σε αριθμητική ισότητα, επέλεξαν να ακρωτηριάσουν εντελώς τη δημοκρατία αλλά και να ναρκοθετήσουν ακόμη πιο επικίνδυνα το νέο αυτό συνταγματικό οικοδόμημα που προκύπτει από τη λύση. Αντί να περιορίσουν τα βέτο και τις ειδικές πλειοψηφίες, μόνο στα ζητήματα διακρίσεων σε βάρος των Τουρκοκυπρίων και στα ζητήματα της προστασίας της γλώσσας, του πολιτισμού και της θρησκείας τους, αποφάσισαν ότι τα αδιέξοδα θα λύνονται με κλήρωση! Ένα τέτοιο κράτος, λυπούμαι που θα το πω, αλλά πιο πολύ θα μοιάζει με καζίνο ή με το κυπριακό καζαντί παρά με σύγχρονο και σοβαρό Κράτος. Πέραν τούτου, όπως υποδείξαμε και στο Εθνικό Συμβούλιο, αυτή η σουρεαλιστική έμπνευση θα αποτελεί μόνιμη εστία προστριβών, γιατί δίνει κίνητρα στη μικρότερη κοινότητα να οδηγεί όλα τα σοβαρά ζητήματα στην κλήρωση, όπου έχει 50% πιθανότητες, να επιβάλει τη βούληση της επί της πλειοψηφούσας κοινότητας.

Κύριε Πρόεδρε, Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι,

Οι συνθήκες είναι όντως κρίσιμες. Η πατρίδα μας βρίσκεται ενώπιον εκβιαστικών διλημμάτων. Όπως και το 2004. Ασφαλώς την κύρια ευθύνη φέρει η Τουρκική αδιαλλαξία. Ευθύνες, όμως, φέρει και ο κ. Αναστασιάδης για τους χειρισμούς του.

Δυστυχώς, ο κ. Αναστασιάδης, βασισμένος σε αυταπάτες και ψευδαισθήσεις, μπήκε στη διαδικασία των συνομιλιών χωρίς να διαθέτει ούτε στρατηγική ούτε τακτική. Ούτε κόκκινες γραμμές δέχθηκε να καθοριστούν. Λειτούργησε με αυτοσχεδιασμούς με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί στον εκβιαστικό οδικό χάρτη της Άγκυρας. Δείχνει να αδυνατεί να κατανοήσει τους πραγματικούς τουρκικούς στόχους και σχεδιασμούς αλλά και το διεθνές περιβάλλον το οποίον λειτουργεί ενισχυτικά προς την τουρκική αδιαλλαξία. Αυτοσχεδιάζοντας, σπατάλησε τρία σχεδόν χρόνια να συζητά την εσωτερική διακυβέρνηση και τα κεφάλαια στα οποία η Ελληνοκυπριακή πλευρά είχε δώσει, αφήνοντας έξω από τις συνομιλίες το εδαφικό.

Ως αποτέλεσμα τούτου, η τουρκική πλευρά αφού πήρε όλα όσα ήθελε στα τέσσερα κεφάλαια, τώρα επιχειρεί να διασυνδέσει το εδαφικό με το ζήτημα της ασφάλειας. Πέραν από την εκ περιτροπής Προεδρία, που συνεχίζει να αποτελεί απαίτηση της τουρκικής πλευράς, ο κ. Αναστασιάδης δεν έχει τι άλλο να δώσει ως αντάλλαγμα και μοιραία οδηγείται στο ζήτημα της ασφάλειας.

Οι συνομιλίες διεξάγονται υπό τον εκβιασμό «λύση μέχρι το τέλος του 2016 ή προσάρτηση των κατεχομένων στην Τουρκία». Αυτός ο εκβιασμός θέτει ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα ενώ ταυτόχρονα προσφέρει κίνητρα στην Τουρκία να παραμείνει αδιάλλακτη. Από τη στιγμή που ο κ. Αναστασιάδης αποδέχθηκε να διαπραγματεύεται υπό εκβιασμό ήταν επόμενο πως η Τουρκία, για να δεχθεί μια λύση θα πρέπει αυτή η λύση να της προσφέρει περισσότερα οφέλη από την προσάρτηση. Και υπάρχουν τέτοιες λύσεις. Το παραδέχθηκε δημόσια και ο κ. Αναστασιάδης ότι, όσο επικίνδυνη είναι η προσάρτηση άλλο τόσο επικίνδυνη είναι μια κακή λύση που θα καθιστά την Κύπρο προτεκτοράτο της Τουρκίας.

Η Τουρκία εδώ και δύο χρόνια κάνει βήματα προς την προσάρτηση, η οποία αν γίνει θα δημιουργήσει μια δύσκολα αναστρέψιμη κατάσταση. Ήδη κάποιοι ξεκίνησαν να χρησιμοποιούν την απειλή της προσάρτησης ως εκβιασμό, για να δεχθούμε την όποια λύση, όσο κακή κι αν είναι. Όσο μας αφορά, θέλω να το κάνω ξεκάθαρο, πως δεν πρόκειται να επιτρέψουμε στον κ. Αναστασιάδη, να μετατρέψει αυτό τον κίνδυνο, τον οποίο δεν φρόντισε ως όφειλε να αποτρέψει, σε πιστόλι στον κρόταφο του Κυπριακού λαού. Γιατί φέρει βαριές ευθύνες ο ίδιος και η Κυβέρνηση του, που με την αδράνεια τους επέτρεψαν στην Τουρκία να προχωρήσει στην υλοποίηση των έργων προσάρτησης.

Η Τουρκία πιέζει για να συγκληθεί εντός Δεκέμβρη η πενταμερής ή πολυμερής Διάσκεψη γιατί όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα, έχει εξασφαλισμένα κέρδη. Αν δεν πετύχει να εξασφαλίσει λύση που θα ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές που έθεσε, θα πετύχει την κήρυξη αδιεξόδου. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Άγκυρα, με τη βοήθεια και των συμμάχων της, φρόντισε να καλλιεργήσει μεγάλες προσδοκίες στη διεθνή κοινότητα. Ένα αδιέξοδο αναπόφευκτα θα φέρει, μεγάλη απογοήτευση στη διεθνή κοινότητα, η οποία θα είναι έτσι πιο έτοιμη να δεχθεί άλλες μορφές λύσης όπως είναι το μοντέλο της Ταϊβάν, του Κοσσόβου ή της Κριμαίας. Γι αυτό ο κ. Αναστασιάδης θα πρέπει να εγκαταλείψει την ιδέα για διάσκεψη τύπου Μπούρκεστονγκ και να επιμένει σε διεθνή διάσκεψη. Θα πρέπει να επιμένει στη θέση πως το μόνο αντικείμενο της διεθνούς διάσκεψης θα πρέπει να είναι η κατάργηση των εγγυήσεων, όπως ακριβώς το οριοθετεί η Ελληνική Κυβέρνηση. Δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλα λάθη.

Κύριε Πρόεδρε, Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι,

Ποτέ δεν ήταν δύσκολη η εξεύρεση λύσης στο Κυπριακό. Δύσκολη ήταν η εξεύρεση μιας δίκαιης λύσης.

Διακαής είναι ο πόθος όλων για την επίτευξη λύσης.

Κανένας δεν θέλει περισσότερο από τους Ελληνοκύπριους τη λύση. Γι αυτό και ο λαός δεν έχει ανάγκη από παραμύθια τύπου «η λύση θα φέρει ανάπτυξη» για να αγκαλιάσει και να στηρίξει μια δίκαιη λύση. Αυτοί που επικαλούνται τέτοια παραμύθια, αυτοί που επισείουν εκβιασμούς και απειλές, το κάνουν γιατί γνωρίζουν πως ο λαός μας δεν θα συμβιβαστεί με μια λύση που θα καταλύει το κράτος του και θα είναι θνησιγενής. Δεν πρόκειται να αυτοκτονήσουμε, όπως κάποιοι μας συμβουλεύουν, για να αποφύγουμε μιαν απόπειρα δολοφονίας. Όσο σημαντική, λοιπόν είναι η επίτευξη λύσης, άλλο τόσο αν όχι σημαντικότερη είναι η επόμενη μέρα της λύσης.

Η λύση θα πρέπει να αποκαθιστά την εδαφική κυριαρχία και ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Θα πρέπει να επιτρέπει σε όλους τους νόμιμους πολίτες της να ζουν, να εργάζονται και να συνεργάζονται σε συνθήκες ασφάλειας και ευημερίας. Η λύση θα πρέπει να διασφαλίζει όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και δημοκρατικές ελευθερίες για όλους, Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις οποιασδήποτε μορφής. Αυτή και μόνο η λύση εξυπηρετεί τα πραγματικά συμφέροντα τόσο των Ελληνοκυπρίων όσο και των Τουρκοκυπρίων. Εμείς δεν θέλουμε να αφαιρέσουμε κανένα δικαίωμα από τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας. Ούτε όμως αποδεχόμαστε περιορισμό των δικαιωμάτων των Ελληνοκυπρίων.

Για να πετύχουμε μια τέτοια λύση θα πρέπει να υιοθετήσουμε μια πραγματικά διεκδικητική στρατηγική η οποία θα ανατρέπει τους Τουρκικούς σχεδιασμούς και θα καθιστά τη συνέχιση της κατοχής ασύμφορη στην Τουρκία. Μόνο όταν η Τουρκία έχει πραγματικό κόστος θα προβληματιστεί κατά πόσο την συμφέρει να συνεχίσει την αδιάλλακτη πολιτική της ή θα διαπραγματευτεί με πνεύμα συμβιβασμού και συναίνεσης. Συνεχίζοντας την τακτική των μονομερών υποχωρήσεων, των συγκλίσεων με ασάφειες, το μόνο που θα πετύχουμε είναι να επιτρέψουμε στην Τουρκία να διαιωνίσει με τη μια ή την άλλη μορφή τη διχοτόμηση.

Ας αφουγκραστούμε τα όνειρα και τις προσδοκίες των παιδιών μας, της νέας γενιάς η οποία θα κληθεί να εφαρμόσει και να βιώσει την ποιότητα μιας λύσης. Στις δικές τους προσδοκίες πρέπει να ανταποκρίνονται οι αρχές που θα διέπουν τη λύση και όχι στα δεδομένα και στις αντιλήψεις του προηγούμενου αιώνα.

#ΣυμμαχίαΠολιτών

3 views
Συμμαχία Πολιτών

Λεωφ. Λεμεσού 67

Αγλαντζιά, Λευκωσία

Κύπρος

Τ. (357) 22 282 000

Φ. (357) 22 282 200

info@symmaxiapoliton.org

  • Συμμαχία Πολιτών
  • Συμμαχία Πολιτών
  • Συμμαχία Πολιτών

Copyright © 2019 - Συμμαχία Πολιτών. All rights reserved.  Πολιτική Απορρήτου και Όροι Χρήσης